Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Διακοπές με τη φαμίλια

H επιστροφή στην πατρίδα! Ένα συναίσθημα γλύκας, νοσταλγίας και αναμνήσεων. Βέβαια αυτό ποικίλλει ανά άνθρωπο και περιοχή καταγωγής. Υπάρχουν διάφοροι τύποι και σίγουρα δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος μπούσουλας για να νιώσεις όταν πηγαίνεις ή φεύγεις από τον τόπο καταγωγής σου. Οι Έλληνες βέβαια, είμαστε λίγο ..περίεργοι και ακόμα και αυτό το απλό γεγονός  στη διάρκεια της ζωής κάθε ανθρώπου έχει πολλά να πει, διασκεδαστικά και διαφορετικά για τον καθένα.

 Ο κλασσικός τύπος είναι αυτός που έφυγε από το χωριό για να σπουδάσει ή δουλέψει απευθείας στην πόλη. Εκεί έπιασε δουλειά, παντρεύτηκε, έκανε δύο κουτσούβελα να τα κουβαλάει μαζί του να σκοτώνουν μύγες αναμεταξύ τους και τον Ιούλιο που αρχίζει η άδεια του, γεμίζει το οικογενειακό του Ι.Χ. με μπαγκάζια, τα παιδιά και τη σιωπηλή γκρίνια της γυναίκας του που θα αντιμετωπίσει για ενάμιση μήνα την πεθερά της που από την πλευρά της ακόμα δεν είχε ξεπεράσει ότι το αγγελούδι της – που περισσότερο με γορίλα μοιάζει παρά με φτερωτό μυθικό πλάσμα -  στηρίζεται πια σε άλλη γυναίκα και όχι στη μανούλα. Ενάμισης μήνας στο χωριό, άμα τύχει τα παιδιά θα κάνουν κάνα φίλο (αλλά μεταξύ μας το αποφεύγουν γιατί είναι λίγο σνομπ –    βου-που αδερφέ!) να περνάει η ώρα με ταβλάκι(χωρίς φραπέ – δεν έχουν μπει ακόμα στο πανεπιστήμιο), η γυναίκα να μετράει αντίστροφα για την επιστροφή στη τσιμεντούπολη και τα πεθερικά να κάνουν ό,τι μπορούν για να αποδείξουν στο γιο ότι ΚΑΚΩΣ τους άφησε, και η μαμάκα είναι πάντα εδώ – φροντίζοντας παράλληλα να κάνουν τη ζωή κόλαση στην κλέφτρα κίσσα.

Μια μικρή παραλλαγή της κατάστασης αυτής είναι όταν η πεθερά εκτιμά τη γυναίκα και η γυναίκα γουστάρει την εξοχή. Τότε συνήθως και τα παιδιά είναι άρτια μεγαλωμένα και περνάνε και αυτά καλά με τους καλοκαιρινούς φίλους τους μέχρι τα 15. μετά αρχίζει η επανάσταση. Εκεί ο ενάμισης μήνας αποτελείται από εκδρομές στα κοντινά αξιοθέατα και όμορφα φυσικά τοπία, με ξενύχτια στη βεράντα πίνοντας τοπικό κρασάκι και μεζέδες, ενώ ο παππούς και η γιαγιά αποσύρονται στα ιδία διαμερίσματα, δια την νυχτερινήν σιέστα. Περνάνε ευχάριστα και η γλύκα των στιγμών τους ακολουθεί όλη τη χρονία στη κρύα τσιμεντούπολη.

Ένα άλλο κράμα, είναι όταν είναι και οι δύο γονείς από χωριό. Εκεί το σύστημα πάει αλλιώς. Θέματα «εξουσίας» αναδύονται, όπως το σε ποιο χωριό θα μείνουν περισσότερο, σε ποιο θα πάνε πρώτα και άλλα ωραία και όμορφα. Εκεί τα παιδιά γνωρίζουν όλα τα ξαδέρφια (όλα όμως, μέχρι και  τα έκτα) και από τα δύο σόγια, ερωτεύονται τις μακρινές ξαδέρφες τους και το καλοκαίρι περνάει με πολλές αναταραχές, από τις μετακινήσεις και τους τσακωμούς, μέχρι και τις ωραίες μακρινές εξωτικές ξαδέρφες(από την Καρδίτσα με προφορά όμως ).

Πλούσιο ζευγάρι. Αν έχουν χωριό, θα περάσουν για λίγο με το αστραφτερό Audi έξω από κάθε σπίτι συμμαθητών, να δείξουν σε αυτούς τους «τιποτένιους» ότι δεν φάγανε τα λίγα λεφτά του πατέρα τους καραμέλες, θα κάτσουν μια εβδομάδα στο σπίτι, μέχρι να έχει γίνει είδηση ότι ήρθανε και μετά θα φύγουν για το εξοχικό τους σε κάποιον in προορισμό, μαζί με τα παιδιά που δε σηκώνουν κεφάλι από το gameboy(ντάξει το ξέρω, όλοι το κάναμε).

Ζευγάρι χωρίς χωριό. Και οι δύο από την πόλη. Κακός συνδυασμός. Καλοκαίρι στην πολυκατοικία, πίνοντας mochito στην ταράτσα με ομπρέλα, και άμα ευνοεί η τσέπη μια εβδομάδα Νάξο ή για πιο μικρά πορτοφόλια Πόρο και το καλοκαίρι βγήκε. Τα παιδιά δεν έχουν τι να κάνουν γιατί όλοι οι φίλοι τους λείπουν, και κάθονται κάτω από τον ανεμιστήρα, διαβάζοντας κόμιξ και λύνοντας κάνα σταυρόλεξο.

Πολύτεκνες οικογένειες. Η χαρά του ταβερνιάρη. Ο τρόμος της τσέπης του πατέρα, που πληρώνει 80 ευρώ για σουβλάκια. Πάντως, για να κάνει πολλά παιδιά, εκτός από ..καρπερός μάλλον το φυσάει το παραδάκι. Αλλά δεν έχει Audi, αλλά ένα μίνι λεωφορείο για να βγάζει τσάρκα την οικογένεια. Τα παιδιά νιώθουν παραμελημένα, γιατί ο πατέρας δεν είναι υπερ-όν να ασχολείται με κάθε παιδί, και τα παιδιά έχουν βαρεθεί να τρώνε μακαρόνια από τη μεγάλη χύτρα του ζωμού που έπεσε ο Οβελίξ.


Ο τόπος καταγωγής γεννά πολλά συναισθήματα. Είναι ένα υποδεέστερο σύνολο της εθνικότητας, είναι κάτι που σε προσδιορίζει σε όλη σου τη ζωή. Εγώ συγκινούμαι λίγο όταν φτάνω στα πρώτα σπίτια του χωριού μου (μετά από 5 λεπτά έχω βαρεθεί ήδη – dont you worry) και νιώθω ένα μοναδικό είδος ευφορίας. Είναι ωραίο να έχεις πάντα έναν τόπο – λιμάνι που πάντα θα είναι εκεί, ζεστός,  για σένα. Τη στιγμή που τα γράφω αυτά, μια 40άρα κυρία είναι μπροστά μου στο τρένο και λέει ότι οι Πελοποννήσιοι είναι έτσι, οι Μακεδόνες αλλιώς και δε συμμαζεύεται. Δεν είναι σωστό να κάνουμε γενικεύσεις επί πληθυσμών, δεν αποτελεί ένα άτομο αντιπροσωπευτικό δείγμα του τόπου. Ούτε πρέπει να καυχιέσαι για τον δικό σου τόπο καταγωγής, ειδικά όταν είσαι Κρητικός και επικαλείσαι τον Βενιζέλο ακόμα και για να χέσεις.

                                                                                                                   Φίλιππος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου